ἀλίγκιος

ἀλίγκιος
Grammatical information: adj.
Meaning: `like, resembling' (Il.).
Other forms: More frequent is ἐναλίγκιος.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unexplained. One compares OCS lice `face, cheek'; uncertain. The ἀ- has been interpreted as the zero grade of ἐν- (Schwyzer 433); also Strömberg Greek Prefix Studies 120ff. For the possible function of ἐν- Schwyzer 436. Against Seiler, KZ 7 (1957) 11-16, s. Beekes 1969, 25ff. Note that an IE root cannot have the structure *lein(k)-.
Page in Frisk: 1,73

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αλίγκιος — ἀλίγκιος, ον (Α) αυτός που μοιάζει με κάτι, όμοιος. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. ποιητική με αβέβαιη ετυμολογία. Η σύνδεση της με το αρχ. σλαβ. lice «μάγουλο, πρόσωπο» φαίνεται αυθαίρετη. Εξάλλου η ακριβής σχέση τής λ. ἀλίγκιος με τη συνώνυμή της ἐναλίγκιος (που… …   Dictionary of Greek

  • ἀλίγκιος — resembling masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλίγκιον — ἀλίγκιος resembling masc/fem acc sg ἀλίγκιος resembling neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλιγκίου — ἀλίγκιος resembling masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλίγκια — ἀλίγκιος resembling neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλίγκιε — ἀλίγκιος resembling masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλίγκιοι — ἀλίγκιος resembling masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • лик — I I., род. п. а, ликовать, ликую, укр. лик толпа, собрание , ликувати ликовать , блр. лiковаць, др. русск., ст. слав. ликъ χορός (Еuсh. Sin.; Супр.), болг. лик хор . Заимств. из гот. laiks танец , laikan скакать, прыгать , др. исл. leikr игра , д …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • προσαλίγκιος — ον, Α όμοιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀλίγκιος «αυτός που μοιάζει με κάτι, όμοιος»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.